Κάθε χρονιά μετά την δημοσίευση των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων, διαβάζει κανείς τις ίδιες αναλύσεις πάνω κάτω περί της αδικίας αυτών, περί ΕΒΕ, βάσεων εισαγωγής, λειτουργίας του Λυκείου, Πανεπιστημιακής γνώσης και λειτουργίας κοκ. Πολλές εξ αυτών, από την πραγματική αγωνία γονιών που τα παιδιά τους βγήκαν ή θα μπουν άμεσα σε αυτή την βάσανο. Και συχνά με μια ελλιπή γνώση των θεμάτων που πραγματεύονται. Και αυτό ισχύει τόσο για τα ζητήματα αυτά, όσο και τις προτεινόμενες «λύσεις» ορισμένων, που γίνονται υπό το βάρος του άγχους και της απόγνωσης και χωρίς συνειδητοποίηση σε τι οδηγούν, τι «λύνουν» (αν λύνουν) και τι πιθανά προβλήματα δημιουργούν στην θέση όσων (υποθετικά) λύνουν.
Ειδικά για το τελευταίο που
ανέφερα, η τάση είναι συνήθως και οι
μαθητές και οι γονείς που βρίσκονται
«μπροστά στις Πανελλαδικές», να προκρίνουν
διαφοροποιήσεις/αλλαγές που είναι σε
αρμονία με την συνήθη ανθρώπινη αντίδραση,
να «μεταθέτει» ένα πρόβλημα σε μια
επόμενη «βολικότερη» στιγμή, που
υποτίθεται για το χ-ζήτημα είναι πιο
ευνοϊκές οι συνθήκες επίλυσης
του.
Προσωπικά, το «καταλαβαίνω». Έχω
μια αποθήκη σαν τους στάβλους του Αυγεία,
που συνεχώς αναβάλω να συμμαζέψω,
αφήνοντας το για μια καλύτερη στιγμή.
Η καλύτερη στιγμή δεν έχει έρθει ποτέ.
Απλά στο μεταξύ έχουν συσσωρευτεί σε
αυτήν και νέα πράγματα, μαζί με σκόνη!
Και τελικά σήμερα είναι χειρότερη από
χθες!
Πριν πιάσουμε αυτό όμως,
έχει μια αξία να εξηγηθεί ειδικότερα η
έννοια των «βάσεων» κάθε Σχολής και πώς
διαμορφώνονται ανά έτος. Έχω παρατηρήσει
ότι πολύς κόσμος δεν έχει καν καταλάβει
πώς προκύπτουν
αυτές, συνεισφέροντας έτσι στην σύγχυση
(τους). Η βάση κάθε Σχολής, είναι απλά ο
βαθμός που «έτυχε» να έχει ο τελευταίος
σε βαθμολογία εισακτέος από αυτούς που
είχαν δηλώσει την Σχολή (παίζει έναν
ρόλο και η σειρά προτεραιότητας που την
είχαν δηλώσει), με βάση τους πόσους
δέχεται η Σχολή αυτή. Αν δέχεται 100 άτομα
και τη δηλώσαν 1500, η βάση θα είναι η
βαθμολογία του «100ου καλύτερου» από
τους 1500.
Για να το δώσουμε με ένα παράδειγμα, αν παίζαμε «μουσικές καρέκλες», το ζήτημα είναι ότι είμαστε 100 και οι καρέκλες στο χ-δωμάτιο είναι 10. Αυτό σημαίνει ότι 90 από μας θα μείνουν όρθιοι όπως και να έχει. Η «βάση», είναι ο χρόνος που έκανε ο τελευταίος που πρόκαμε να κάτσει από τους 10 που τα κατάφεραν. Για αυτό ακριβώς τον λόγο, το αν του χρόνου πέσουν πιο εύκολα ή δύσκολα θέματα και ανέβουν/πέσουν οι βάσεις, δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία (θα αποφύγω τον πειρασμό να πιάσω την ειδική κουβέντα του αν τα πολύ εύκολα/δύσκολα θέματα «ισοπεδώνουν» τις διαφορές κλπ). Σε γενικές γραμμές, είναι σαν στον επόμενο γύρο, να έχουμε άλλους 100 αγωνιζόμενους για τις 10 καρέκλες. Μπορεί ο χρόνος που θα κάτσει ο τελευταίος να αλλάξει αν οι αγωνιζόμενοι είναι περισσότερο/λιγότερο αθλητικοί, αν τοποθετηθούν πιο μακριά οι καρέκλες αυτή την φορά, αλλά τελικά, το 10/100 καθορίζει κυρίως την «βάση».
Ένα από τα πρώτα ζητήματα που καταλαβαίνει κανείς, είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει «πραγματικά καλό» σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ. Και θα επιμείνω σε αυτό. Μπορεί να υπάρξουν καλύτερα ή χειρότερα, δικαιότερα ή πιο άδικα, αλλά και αυτό εξαρτάται από τα κριτήρια που θέτει κάποιος και το περιεχόμενο που δίνει σε αυτές τις έννοιες. Εδώ και δεκαετίες, οι γονείς και οι μαθητές ζούνε μια κατάσταση όπου το σύστημα εισαγωγής αλλάζει για να αντιμετωπίσει το Χ-πρόβλημα, γεννώντας μετά το Ψ. Οι πολιτικές ηγεσίες, συνήθως αυτό που κάνουν, είναι να εναλλάσσουν τα συστήματα εισαγωγής, ώστε να κατευνάσουν τις αντιδράσεις των γονιών, ειδικά όταν το ένα σύστημα εμφανίζει σημάδια κορεσμού ή κάτι πήγε πολύ στραβά μια χρονιά. Η αλλαγή, συνήθως γεννά την ελπίδα για ένα διάστημα, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορεί να αλλάξει τα τρία ΔΟΜΙΚΑ κοινωνικά προβλήματα, που ΔΕΝ μπορεί να λύσει ΚΑΝΕΝΑ σύστημα εισαγωγής. Συνοπτικά, είναι τα εξής:
Οι θέσεις Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν φτάνουν για όλους
Η Πανεπιστημιακή μόρφωση, εξακολουθεί να αποτελεί ΣΥΝΗΘΩΣ ένα «διαβατήριο» για μια πιο ευνοϊκή εργασιακή προοπτική, που με την σειρά της οδηγεί σε μια πιθανά καλύτερη διαβίωση σε μια ΤΑΞΙΚΗ κοινωνία, που δεν είναι λυμένο ούτε το ζήτημα της εργασίας, ούτε της αξιοπρεπούς διαβίωσης ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.
(Για τον παραπάνω λόγο), η ζήτηση και επιμέρους επιλογή της κάθε Σχολής, δεν γίνεται ούτε με κύριο, ούτε καν με πρώτιστο κριτήριο την «φιλομάθεια» στο τάδε αντικείμενο (θα επανέλθω ειδικά σε αυτό). Τουλάχιστον όσον αφορά την πλειοψηφία των υποψηφίων.
Εδώ τα λάθη που γίνονται,
είναι δύο.
Υπάρχουν τα
«δεξιά»/τεχνοκρατικά λάθη. Αυτά, είτε
αγνοούν τα τρία παραπάνω και ψάχνουν
«μαγικές συνταγές» εξεταστικού
συστήματος, είτε ασχολούνται μόνο με
το πρώτο (τις λιγότερες θέσεις) και
πιστεύουν ότι η διεύρυνση των θέσεων
εισαγωγής (δημιουργία νέων Σχολών,
αυξημένος αριθμός εισακτέων στις
υπάρχουσες κοκ), λύνει το πρόβλημα.
ΕΙΔΙΚΗ κατηγορία αυτής της οπτικής,
αφορά η λεγόμενη «Ελεύθερη Πρόσβαση
στα ΑΕΙ». Αποτελεί ειδική κατηγορία και
διότι στην πραγματικότητα οι συνέπειες
κάτι τέτοιου θα ήταν τραγικές και διότι
συχνά στην ίδια θέση «συναντιόνται»
ακραίες δεξιές και «αριστερές» οπτικές,
με διαφορετική αφετηρία βεβαίως.
Υπάρχουν
και τα αριστερά λάθη. Που ενώ αντιλαμβάνονται
τουλάχιστον το (2) (συχνά υποτιμούν το
τρίτο ζήτημα), θεωρούν ότι θα το βελτιώσουν,
ακριβώς με μια διαδικασία αλλαγής του
τρόπου εισαγωγής ή κατάργησης του (όπως
προανέφερα) και που στην πράξη απλά
ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΥΟΥΝ το πρόβλημα. Είναι μια
«ταξική κρησάρα» οι Πανελλαδικές?
Βεβαίως και είναι. Μόνο που λύση δεν
είναι να την αποφύγουμε, για να
δημιουργήσουμε μια ακόμα χειρότερη
άλλου τύπου/είδους, σε κάποια άλλη
στιγμή/βαθμίδα της εκπαίδευσης!
Επανερχόμενος
στις παλινωδίες του κράτους, αυτό που
κάνει είναι να χρησιμοποιεί τα προβλήματα
του ενός συστήματος εξετάσεων, για να
προκρίνει ένα άλλο (συχνά παρόμοιο και
κάποιο που στο παρελθόν είχε δοκιμαστεί
και απορριφθεί), το οποίο με την σειρά
του θα γεννήσει νέα προβλήματα στην
θέση όσων έλυσε. Δυστυχώς, στην ίδια
διελκυστίνδα πέφτουν και οι γονείς, που
ζητάνε το «άλλο» σύστημα, επειδή τους
είναι πιο εύκολο να αντιληφθούν τα
αρνητικά του παρόντος (το οποίο βιώνουν),
σε σχέση με τα προβλήματα που θα φέρει
το «επόμενο». Θα αναφέρω χαρακτηριστικά
ένα δυο τέτοια παραδείγματα «πλευρών
του εκκρεμούς», για να γίνει πιο κατανοητό
τι εννοώ.
Ένα σύνηθες δίλημμα, είναι αν πρέπει για την εισαγωγή να υπολογίζονται μόνο οι βαθμοί των τεσσάρων μαθημάτων των Πανελλαδικών (ή παραπάνω, αν υπάρχουν ειδικά μαθήματα), είτε η συνολικότερη επίδοση στο Λύκειο.
Τα ΕΥΛΟΓΑ (αντ)επιχειρήματα
ενάντια στο πρώτο μοντέλο, είναι ότι
μια πολύ βασική εξέλιξη για το ακαδημαϊκό
μέλλον των παιδιών, κρίνεται «σε μια
στιγμή». Ότι 12 έτη σχολείου, δεν λαμβάνονται
υπόψη. Ότι ακόμα και μια κακή στιγμή
ενός παιδιού, ένα κεφάλαιο που δεν
γνώριζε καλά και του έπεσε ως θέμα, μια
αρρώστια εκείνες τις μέρες, το άγχος
που δεν διαχειρίζονται όλοι το ίδιο,
ακόμα και μια οδυνηρή περίοδος με
πονοκέφαλο/πόνους για κάποιες κοπέλες,
μετατρέπονται σε καθοριστικούς παράγοντες
της «στιγμιαίας» επίδοσης τους. Συν
τοις άλλοις, το Λύκειο μετατρέπεται σε
«εξεταστικό κέντρο/φροντιστήριο», όπου
το μόνο που ενδιαφέρει τους μαθητές
είναι τα τέσσερα αυτά μαθήματα (ειδικά
στην 2η
Λυκείου) και το σχολείο χάνει τον
χαρακτήρα του ως «γενικής εκπαίδευσης».
Τέλος, υπάρχει το επιχείρημα ότι το
«πορτοφόλι του γονέα» κρίνει σε μεγάλο
βαθμό το αποτέλεσμα. Τα καλύτερα/περισσότερα
ιδιαίτερα, συχνά διαμορφώνουν την
ποιότητα. Άρα η διαδικασία είναι και
ταξική.
Στον αντίποδα όμως, το να προσμετράται η βαθμολογία του Λυκείου (με κάποιο συντελεστή), γεννά άλλα προβλήματα και –κατά την άποψη μου- μεγαλύτερα από αυτά που πάει να αντιμετωπίσει. Που στην πραγματικότητα, είναι μόνο το «4 μέρες κρίνουν τα πάντα».
Αρχικά, τότε είναι που το
σχολείο μετατρέπεται σε «εξεταστικό
κέντρο». Κάθε μάθημα, κάθε εξάμηνο/έτος,
κάθε βαθμός κλπ, είναι ποντάκια που αν
χαθούν, ΙΣΩΣ να κοστίσουν την εισαγωγή
στην τάδε Σχολή αντί της δείνα ή και
καθόλου. Ναι μεν δεν κρίνονται όλα μέσα
σε 4 μέρες τον Ιούνιο, αλλά επειδή
κρίνονται «τα πάντα και πάντοτε», για
το παιδί κάθε μέρα, κάθε εξέταση σε κάθε
μάθημα για τα 3 χρόνια του Λυκείου, είναι
ένα διαρκές άγχος. Το «ενδιαφέρον» για
τα μαθήματα μπουστάρεται τεχνητά και
τα ιδιαίτερα/φροντιστήρια ανθούν, μιας
και τώρα η δυνητική πελατεία τους, είτε
θεωρητικά είτε θετικά, είναι σχεδόν το
σύνολο των μαθητών. Στην θέση της γκρίνιας
«μα ένα κακό γραπτό μια μέρα να κρίνει
αν μπήκα στο Πολυτεχνείο?», έρχεται η
γκρίνια του τύπου «Μα να μπει αυτός στο
Μαθηματικό αντί για μένα, επειδή είχε
5 μόρια παραπάνω επειδή έπαιρνε 20άρια
στα Θρησκευτικά και στην Ιστορία? Που
θα μου χρειαστούν αυτά?».
Αυτό, συν
τοις άλλοις, οδηγεί σε τεχνητή «συμπίεση
προς τα πάνω» των βαθμών, μιας και ο κάθε
καθηγητής δεν θέλει να είναι υπόλογος
γιατί η δική του «αυστηρή» βαθμολόγηση,
άφησε (στο μέλλον) ένα παιδί εκτός Σχολής.
Είναι προφανής ο υποκειμενισμός επίσης.
Αν η βαθμολόγηση ενός γραπτού ΕΝΙΑΙΩΝ
ΘΕΜΑΤΩΝ Πανελληνίων είναι σχετικά
υποκειμενική, τότε η ίδια διαδικασία
όταν γίνεται από χιλιάδες εκπαιδευτικούς
κάθε ειδικότητας σε κάθε μάθημα σε κάθε
γωνιά της Ελλάδας (ανεξαρτήτως ειδικών
συνθηκών) επί 3 χρόνια, με διαφορετικής
στάθμης δυσκολίας θέματα κλπ, είναι
ακόμα πιο υποκειμενική. Και αυτό διότι
αν και υπάρχουν αυτές οι διαφορετικές
παράμετροι που θα διαμορφώνουν ένα
βαθμό ενός μαθητή σε ένα μάθημα μια
χρονιά, αυτός θα μετρά ΤΟ ΙΔΙΟ ως «φασούλι»
στο σακούλι που θα γεμίζει.
Επίσης, η «ταξικότητα του πορτοφολιού», όχι απλά δεν μειώνεται, αλλά εντείνεται στο έπακρο. Αν κάποιοι διαφωνούν με αυτό, ας θυμηθούν την περίοδο του νόμου Αρσένη όπου εφαρμόστηκε μια εκδοχή αυτής της λογικής και τις αντιδράσεις που ξέσπασαν στα σχολεία. Από προσωπική εμπειρία, ακόμα και πρωτοετείς φοιτητές θετικών επιστημών, βρέθηκαν ξαφνικά περιζήτητοι για (φτηνά) ιδιαίτερα, σε μαθητές που κάποτε δεν θα το διανοούνταν να κάνουν μαθηματικά και φυσικοχημείες λόγω ότι στόχευαν σε θεωρητικές Σχολές. Επειδή σύντομα θα εφαρμοστεί ξανά μια εκδοχή αυτού, θα με «θυμηθούν» κάποιοι.
Δύο άλλες εκδοχές που προσπαθούν
να επιλύσουν τα παραπάνω, είναι μια
“φυγή προς τα μπρος”.
Αυτή έρχεται με την μορφή κατάργησης
εντελώς των Πανελληνίων και αποσύνδεσης
του Λυκείου από την εξεταστική διαδικασία.
Που βεβαίως μας ξαναγυρνά στο ότι «το
Λύκειο και τα μαθήματα του θα είναι
αδιάφορα». Και μάλιστα όλα πλέον. Μιας
και θα αποτελεί απλά «σκαλοπατάκι» και
(υποθέτω) για να μπορεί κανείς να
δοκιμάσει να μπει στα ΑΕΙ, με μοναδικό
επίδικο το να πάρει κανείς το Απολυτήριο
Λυκείου, ως απαραίτητη προϋπόθεση. Αυτή
η πρόταση, έχει δυο πιθανές εκδοχές
εισαγωγής: Α) Τις εξετάσεις ανά Ίδρυμα,
με κριτήρια που αυτό αποφασίζει και Β)
Την λεγόμενη «Ελεύθερη Εισαγωγή»
Θα
ασχοληθώ εν τάχει με την 1η
επιλογή, που στην πραγματικότητα «λύνει»
μόνο ένα από τα προβλήματα του παρόντος
τρόπου εισαγωγής. Το «μια χρονιά παίζεται
σε 4 μέρες». Όντως, αν κάθε Σχολή είχε
δικές της εξετάσεις, μια άτυχη μέρα δεν
θα έκρινε την χρονιά, αλλά την εισαγωγή
σε αυτήν. Και εδώ σταματάνε τα θετικά.
Η Σχολή λογικά θα είναι αυτονομημένη
στο τι κριτήρια εισαγωγής θέτει (όπως
στο εξωτερικό). Η αρνητική εμπειρία της
ΕΒΕ θα έπρεπε να αρκεί, αλλά ας πούμε
ότι λογικά θα μετρά ο βαθμός απολυτηρίου
(άρα πάμε πάλι στην κουβέντα περί
πρόσθετου άγχους επί 3 χρόνια κλπ). Αν η
επιλογή γίνεται ΚΑΙ με εξετάσεις, τότε
θα πρέπει ένας πιθανός ενδιαφερόμενος
για πχ 5 σχολές, να περάσει μια διαδικασία
«μίνι Πανελληνίων» x 5,
πιθανά χωρίς να είναι όλα τα μαθήματα
ίδια και χωρίς να είναι προφανές πως θα
γίνει να μην συμπίπτουν αυτές οι
ημερομηνίες εξετάσεων των διαφορετικών
Σχολών.
Αν κάποιοι θεωρούν
τραβηγμένο αυτό το σενάριο, να πω ότι
ήταν το σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια
στην Ελλάδα μέχρι το 1964 και εξακολουθεί
να υπάρχει σε πολλές χώρες του κόσμου.
Πχ στην Ιαπωνία, οι μαθητές πρέπει να
δώσουν και Εθνικές Απολυτήριες εξετάσεις
για να τελειώσουν το Λύκειο και το χαρτί
αυτών αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση
για να μπορούν μετά να δώσουν εξετάσεις
ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ και σε ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ
σε όσες Ανώτατες Σχολές ενδιαφέρονται.
Αυτό βεβαίως αν σε κάποιες δεν συμπίπτουν
οι ημερομηνίες εξετάσεων που έχουν
θέσει αυτόνομα! Εξεταστικός μαραθώνιος
δηλαδή!
Αν αυτό σας μοιάζει λιγότερο
αγχωτικό, ρωτήστε κάποιον «παλιό» που
πέρασε από μια τέτοια διαδικασία. Αν
σας μοιάζει λιγότερο «ταξικό φίλτρο»,
ξανασκεφτείτε το επίσης. Φανταστείτε
αυτό που συμβαίνει κατά καιρούς με τις
Εξετάσεις για ΑΣΕΠ ή για την Σχολή
Ανώτατης Διοίκησης κλπ, όπου τα
εξειδικευμένα «Φροντιστήρια εξετάσεων»
κάνουν χρυσές δουλείες και «πολλαπλασιάστε»
το επί χιλιάδες υποψηφίους, κάθε έτος,
για δεκάδες σχολές, σε πολλές πόλεις,
με αυτόνομα θέματα στην κάθε μια.
Σκεφτείτε απλά έναν φοιτητή από την
επαρχία που θέλει να γίνει Μηχανικός
και πόσες Σχολές επί πόσες πόλεις
υπάρχουν. Σκεφτείτε τα νοίκια σε
ξενοδοχεία για να μείνει σε αυτές τις
πόλεις τις μέρες των εξετάσεων (καλύτερα
να νοικιάσει τροχόσπιτο!) κλπ κλπ. Άγχος
περισσότερο, έξοδα κάθε είδους σαφώς
περισσότερα.
Κάποιος θα πει ότι
η εισαγωγή μπορεί να γίνεται με «μη
εξεταστικά κριτήρια» πχ με βαθμούς
κάποιων σχολικών μαθημάτων, βαθμούς
Λυκείου, ειδικά Τεστ σαν αυτά που ισχύουν
για πολλές Σχολές του εξωτερικού κλπ.
Μόνο που τότε γυρνάμε στην κουβέντα
περί «Λυκείου που θα μετράνε οι επιδόσεις
σε αυτό για τρία χρόνια» (διασπορά του
άγχους σε όλο το Λύκειο, τα είπαμε
νωρίτερα) και μετά απαιτήσεις και για
Διεθνείς Εξετάσεις τύπου ΙΒ, SAT,
ACT κλπ, των
οποίων ο βαθμός θα χρησιμεύει στο
συνολικό «σκορ» της αίτησης εισαγωγής
μαζί με τα υπόλοιπα κριτήρια (πιθανά
και συνέντευξη).
Δεν ακούγεται λιγότερο
αγχωτικό από τις Πανελλήνιες, σωστά?
Και ανοίγει και τον γνωστό κύκλο
αντιπαράθεσης μεταξύ των μαθητών, ότι
το τάδε σχολείο έβαζε πιο εύκολα βαθμούς,
στο δείνα ιδιωτικό τους «αγόραζαν» κλπ.
Άφησα επίτηδες τελευταία την «σωτήρια λύση» (για κάποιους) της “πλέριας” ελεύθερης πρόσβασης. Κοινώς, όποιος θέλει όπου θέλει. Μιλάμε για μια ιδέα, που συχνά υποστηρίζεται και από κόσμο εντός Πανεπιστημίων, που είναι πρακτικά ανεφάρμοστη για πάρα πολλούς λόγους. Ακόμα χειρότερα, ακόμα και αν εφαρμοζόταν, θα δημιουργούσε τόσα και τέτοια αρνητικά ζητήματα, που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ τα όποια πιθανά “οφέλη” της εφαρμογής της.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Το πρώτο και κύριο λάθος που κάνουν ορισμένοι (και είναι σύνηθες σε πάρα πολλά κοινωνικά ζητήματα), είναι η μηχανιστική μεταφορά ενός υπάρχοντος μοντέλου σε άλλες συνθήκες με άλλες παραμέτρους. Ας πούμε, σε ένα καθεστώς “ελεύθερης πρόσβασης”, το ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ “ξεσκαρτάρισμα” θα γίνεται ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ, ανά έτος ή μετά το πέρας του 1ου έτους ή μέσω ενός “προπαρασκευαστικού”, που θα λειτουργεί ως “προθάλαμος” των ΑΕΙ. Είναι προφανές το γιατί. Διότι αλλιώς θα έπρεπε να έχουμε μια κοινωνία γεμάτη πτυχιούχους γιατρούς, δικηγόρους, Μηχανικούς κλπ και μάλιστα αποφοιτήσαντες από τις πιο “high” Σχολές. Και συνήθως, οι θιασώτες της ελεύθερης εισαγωγής, αν “πιεστούν” να απαντήσουν στο τι μέλει γενέσθαι μετά την κατάργηση των Πανελλαδικών, λένε ακριβώς αυτό. Ότι το ξεσκαρτάρισμα είναι καλύτερο να γίνεται μετά, όπου τα παιδιά είναι πιο ώριμα, θα κρίνονται από μια διαδικασία ολόκληρου έτους και όχι ¨μια στιγμή” και ότι αν μη τι άλλο θα βρίσκονται σε μια Σχολή που επέλεξαν και άρα θα έχουν αυξημένο ενδιαφέρον για να είναι “καλοί” σε αυτή (και να μην κοπούν). Ειδικά το τελευταίο, έχει μια αξία να το δούμε ξεχωριστά.
Πάντως, το σύστημα αυτό (και όχι με εντελώς ελεύθερη εισαγωγή), υπάρχει σε πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η πιο σκληρή εκδοχή αυτής λογικής, είναι Πανεπιστήμια που “ξεσκαρτάρουν” ακόμα και στο τελευταίο έτος σπουδών! Που σημαίνει ότι κάποιος έχει παρακολουθήσει σχεδόν το σύνολο του εκπαιδευτικού προγράμματος, για να βρεθεί “στην απόξω” ενώ του έχει μείνει η “ουρά του γαϊδάρου”! Στην “καλύτερη” εκδοχή του, το Πανεπιστήμιο κρατά τον αριθμό που μπορεί να εκπαιδεύει για τα επόμενα χρόνια και στο 1ο έτος κόβει τους “περισσευούμενους” σε αυτό.
Είναι προφανές, ότι το συγκεκριμένο μοντέλο, ούτε λιγότερο ψυχοφθόρο είναι, ούτε λιγότερο ταξικό. Βασικά είναι ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΑΞΙΚΟ και όσοι έχουν εμπειρία από “πανεπιστημιακά φροντιστήρια” μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Επίσης, όσοι έχουν σπουδάσει σε τέτοια συστήματα εκπαίδευσης, είτε “τα κατάφεραν” να πάρουν πτυχίο είτε (ακόμα χειρότερα) βρέθηκαν στην λάθος πλευρά του αλγόριθμου κοψίματος, μπορούν να εξηγήσουν πόσο “λιγότερο αγχωτική (ΔΕΝ) είναι αυτή η συνεχής πίεση”, μάθημα το μάθημα (συχνά αρκεί η αποτυχία σε 2-3 σε όλες τις χρονιές για να πεταχτεί κάποιος εκτός Σχολής), εξάμηνο το εξάμηνο και έτος το έτος!
Επίσης, το μοντέλο αυτό, ανοίγει διάπλατα την πόρτα των “πιστωτικών μονάδων” και της κατάργησης του ενιαίου των πτυχίων και των επαγγελματικών δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτά. Είναι ΛΟΓΙΚΟ, ότι ένας φοιτητής που κόπηκε πχ στο 3ο έτος της Ιατρικής, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να μην έχει περάσει ποτέ ούτε απ’έξω! Αν ένας αλγόριθμος τον έκοψε, ακόμα και αν ήταν “καλός” φοιτητής με προβιβάσιμους βαθμούς, διότι από τους 200 πρέπει να συνεχίσουν οι 150, θα ΑΠΑΙΤΗΣΕΙ ένα “αποδεικτικό” ότι κάτι ξέρει τέλος πάντων και ότι μπορεί να μην έγινε γιατρός, αλλά δεν είναι και ρούκουνας στο αντικείμενο. Και κάπου εκεί εισέρχονται οι λογικές για “πιστοποιητικά ιατρικών σπουδών” ή για “ατομικές κάρτες δεξιοτήτων”, όπου το κάθε μάθημα που έχει κάνει σε αυτή ή ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΣΧΟΛΕΣ (που πιθανά προσπάθησε και κόπηκε) θα μετράνε κάποιες πιστωτικές μονάδες και τελικά “η αγορά θα αποφασίσει” αν και που θα δουλέψει και αν θα αξιοποιηθεί μελλοντικά σε παραϊατρικά επαγγέλματα, ως βοηθός γιατρού ή ακόμα και ως πλασιέ ιατρικών ειδών σε μια εταιρεία (ειδικά αν είχε και τίποτα γνώσεις από σχολές Management κοκ). Αυτή ακριβώς είναι και η ιδέα των λεγόμενων “εξατομικευμένων προγραμμάτων σπουδών” και των πιστωτικών μονάδων, που πλέον με διάφορους τρόπους εφαρμόζεται ΚΑΙ στο υπάρχον εκπαιδευτικό μας σύστημα λόγω ανάγκης “εναρμόνισης του” με τα αντίστοιχα της ΕΕ και του εξωτερικού (άλλη κουβέντα το πως). Μόνο που με μια τέτοια εξέλιξη θα γινόταν πλέον το κυρίαρχο μοντέλο εξ ολοκλήρου!
Προφανώς, μια πολύ πιο ήπια εκδοχή του παραπάνω, είναι το “ξεσκαρτάρισμα στο 1ο/προπαρασκευαστικό έτος”, το οποίο δεν αναιρεί κάποια από τα παραπάνω (πχ το “άγχος των Πανελλαδικών μεταφέρεται απλά μερικούς μήνες μετά και διαρκεί ένα έτος!), Συν τοις άλλοις όμως, δημιουργούνται και αξεπέραστα ΠΡΑΚΤΙΚΑ ζητήματα σε κάθε μια από τις δύο εκδοχές.
Το ΠΙΟ ΒΑΣΙΚΟ, είναι ότι ακόμα
και με το ήπιο μοντέλο “εκκαθαρίσεων”
(επιμένω στην φράση), το προφανές πρακτικό
αποτέλεσμα μιας πλέριας “ελεύθερης
πρόσβασης” θα ήταν να συμβεί ΤΟ ΑΔΙΑΧΩΡΗΤΟ
σε μια σειρά από δημοφιλείς Σχολές/Ιδρύματα.
Δημοφιλή λόγω ονόματος, αντικειμένου,
πόλης ή και συνδυασμούς αυτών. Που
σημαίνει, ότι ειδικά στα πρώτα έτη
εφαρμογής κάτι τέτοιου, θα υπήρχαν
Πανεπιστήμια που θα έπρεπε να κάνουν
μαθήματα 1ετών “και στις ταράτσες” και
άλλα που θα ΜΑΡΑΖΩΝΑΝ κυριολεκτικά!
Εκτός αν μπορεί κάποιος να σκεφτεί έναν
λόγο, που κάποιος υποψήφιος φοιτητής
θα προτιμούσε να εγγραφεί και να
“δοκιμάσει τις δυνάμεις του” στο τμήμα
Νοσηλευτικής του Διδυμότειχου, αντί
για την Ιατρική (ή έστω την Νοσηλευτική)
Αθηνών. ‘Η να δηλώσει την Σχολή Μηχανολόγων
στις Σέρρες, αντί για αυτή του ΕΜΠ ή του
ΑΠΘ. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι η
πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού
είναι στα μεγάλα αστικά κέντρα, θα πρέπει
κάποιος να το κάνει υπάρχων σύστημα
σειράς βάσεωνεπειδή έχει και λεφτά για
ξόδεμα ή του αρέσει το κλίμα στο
Διδυμότειχο και δεν τον ενδιαφέρει το
πρεστίζ και η διεθνής κατάταξη του
Πανεπιστημίου που θα σπουδάσει και άλλα
τέτοια “πεζά”!
Στην πραγματικότητα,
ένας τέτοιος τρόπος εισαγωγής, θα
δημιουργούσε προβλήματα ακόμα και στην
εσωτερική κατανομή των Ιδρυμάτων.
Υποθέτω ότι οι περισσότεροι φοιτητές
Οδοντιατρικής, είχαν πρώτη
επιλογή τους Πολιτικούς
Μηχανικούς (με το υπάρχον
σύστημα σειράς βάσεων). Στην πραγματικότητα,
ένα σύστημα εισαγωγής “όποιος θέλει
όπου θέλει”, θα οδηγούσε σε καταστάσεις
όπου κανένα Ίδρυμα δεν θα μπορούσε να
κάνει εκ προοιμίου κάποιον προγραμματισμό
της επόμενης χρονιάς του, ούτε καν για
τις αίθουσες διδασκαλίας (αφού προφανώς
και αυτές εξαρτώνται από τον αριθμό
εισακτέων που πρέπει να διαμοιραστούν
σε αυτές).
Επίσης, κάθε μέθοδος ελεύθερης
πρόσβασης με “κόφτες” στην πορεία της
εκπαιδευτικής διαδικασίας (είτε στο 1ο
έτος, είτε ανά έτος), εμφανίζει μια σειρά
από προφανή παράδοξα. Θα αναφερθώ σε
ένα από αυτά και για τις δύο πιθανά
ενδεχόμενα του. Συγκεκριμένα, την
λειτουργία του “κόφτη” και τον αλγόριθμο
λειτουργίας του.
Κάθε είδους κόφτης
(και των Πανελλαδικών), έχει δύο πιθανά
ενδεχόμενα και ένα συνδυαστικό. Είναι
τα εξής:
Να κόβει με βάση έναν προκαθορισμένο αριθμό. Πχ στο 2ο έτος Ιατρικής, να περάσουν μόνο 150 από τους 1500 ας πούμε. Διότι τόσους “αντέχει” η Σχολή να εκπαιδεύσει στα επόμενα έτη με βάση τον αριθμό μελών ΔΕΠ της, τις κτιριακές της εγκαταστάσεις, τα υπάρχοντα εργαστήρια/κλινικές της κοκ.
Να κόβει με βάση την επίδοση. Πχ όποιος πάρει κάτω από 7 Μ.Ο. δεν πηγαίνει στο επόμενο έτος. Όποιος κοπεί σε δύο μαθήματα και άνω. Κάποιο κριτήριο τέλος πάντων.
Συνδυασμός των δύο. Δηλαδή αρχικά να πετιούνται εκτός Σχολής όσοι δεν καλύπτουν συγκεκριμένα αυστηρά κριτήρια και μετά αν ο αριθμός τους είναι πάνω από τον προγραμματισμένο (100, στο παράδειγμα μας), να μένουν μόνο οι 100 πρώτοι σε επιδόσεις.
Ας τα δούμε
ξεχωριστά.
Στο (1), έχει το “παράδοξο”,
ότι ακόμα και αν η μεγάλη πλειοψηφία
των φοιτητών μιας Σχολής πραγματικά
προσπαθούν και είναι πολύ υψηλών
επιδόσεων, κάποιοι θα πρέπει υποχρεωτικά
να μείνουν έξω. Σαν τους αγώνες σε μια
Ολυμπιάδα ας πούμε, όπου το Βάθρο από
την μη πρόκριση καν στον Τελικό, είναι
διαφορά πχ μερικών δεκάτων του
δευτερολέπτου. Σας θυμίζει κάτι αυτό
που λέω? Μήπως την “γκρίνια” των γονιών
ότι το παιδί τους έμεινε έξω για “λίγα
μόρια”? Την γνωστή φράση: “Δηλαδή τώρα,
έχει διαφορά το 16,7 από το 16,6?” (όχι, δεν έχει, όντως).
Στο (2), για να πετύχει μια Σχολή χαμηλά νούμερα περάσματος στο επόμενο έτος που να συνάδουν με τον προγραμματισμό της Σχολής, θα πρέπει να θέσει πολύ ψηλά κριτήρια “φιλτραρίσματος”. Οπότε και το παραπάνω δεν αποφεύγει και κινδυνεύει είτε τελικά το φιλτράρισμα να “πετύχει” τόσο που δεν θα πιάνει καν το στόχο των πχ 100 φοιτητών για το επόμενο έτος, είτε στην περίπτωση που οι φοιτητές είναι όντως εξαιρετικοί, να βρεθεί με πχ 200 φοιτητές σε αυτή την φουρνιά. Πρακτικά, κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι κανένα Πανεπιστήμιο δεν θα μπορεί να γνωρίζει τον αριθμό των φοιτήτων του ανά έτος, πως και που θα κατανείμει το δυναμικό του και τις αίθουσες του κοκ.
Στην πραγματικότητα, σε ένα τέτοιο σύστημα, μόνο το (3) θα είχε νόημα, ώστε να διατηρείται μια ισορροπία στα προβλήματα των δυο ξεχωριστών κοφτών. Που θυμίζει κάπως, τον συνδυασμό “Πανελλαδικές ΚΑΙ Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής”, σωστά?
Θα
μπορούσα να αναφέρω, δεκάδες άλλα εντελώς
πρακτικά ζητήματα. Το μοντέλο “Μπαίνουν
όποιοι θέλουν όπου θέλουν και στην
πορεία καθαρίζει η ήρα από το στάρι”
βρίθει τέτοιων. Ας πούμε, ένα απλό ερώτημα
είναι τι θα συμβαίνει σε όσους κόπηκαν
από μια Σχολή που “εισήχθησαν ελεύθερα”.
Θα μπορούν να μπουν σε άλλη? Πάλι
“ελεύθερα”? Θα μπορούν να ξαναπροσπαθήσουν
στην ίδια και φτου ξελευθερία?
Ή μήπως η προηγούμενη αποτυχία τους σε
μια Σχολή θα αποτελεί απαγορευτικό για
να ξαναδοκιμάσεις σε αυτήν? Θυμίζω ότι
Πανελλήνιες μπορείς να δώσεις όσες
φορές θες, για όπου θες.
Από την άλλη,
αν μπορεί να ξαναδοκιμάσει, τότε η
Ιατρική Αθηνών του επόμενου ακαδημαϊκού
έτους, θα πρέπει στο 1ο έτος να έχει τους
φετινούς 18άρηδες, συν όσους κόπηκαν από
τους περσινούς και θέλουν να δοκιμάσουν!
Λογικά, σε μερικά χρόνια, θα πρέπει να
κάνει μαθήματα 1ου έτους στο ΣΕΦ!
Δεν
έχει όμως και πολύ νόημα να συνεχίσω
πάνω σε αυτό. Διότι το ΒΑΣΙΚΟ ΛΑΘΟΣ αυτής
της λογικής (και εν μέρει και των άλλων
λογικών “ημιελεύθερης πρόσβασης”)
είναι πρώτα και κύρια ΠΟΛΙΤΙΚΟ. Τουλάχιστον
όταν γίνεται από την πλευρά της “Αριστεράς”
που ξεπέφτει σε φιλελεύθερες (και καθόλου
αριστερές) οπτικές. Για να το αποδείξω
αυτό, θα αναφέρω πρώτα και τον “ελέφαντα
στο δωμάτιο” που θα παρατηρούσε κάποιος
που κατάφερε να φτάσει “μέχρι εδώ”. Το
προφανές ερώτημα: “Γιατί να μην υπάρχει
εντελώς ελεύθερη πρόσβαση, χωρίς κόφτες,
χωρίς τίποτα άλλο? Να μπαίνει κάποιος
όπου θέλει, να τελειώνει όπου και όπως
και όποτε μπορεί”? Δηλαδή “ελεύθερη
πρόσβαση” μεν, αλλά με μοντέλο σπουδών
“σαν το σημερινό” (χωρίς καν διαγραφές
“αιώνιων” υποθέτω). Τι (μας) πειράζει
(εμάς τους αριστερούς)?
Δεν θα ξαναπιάσω τα πρακτικά προβλήματα που θα σήμαινε κάτι τέτοιο αναλυτικά. Αναφέρθηκαν πριν το κείμενο, απλά θα ήταν μεγεθυμένα εις την δεκάτη. Στην πραγματικότητα, αυτό θα σήμαινε ότι θα ρήμαζαν σχεδόν όλες οι υπάρχουσες Σχολές (ειδικά στην Επαρχία) εκτός μιας χούφτας κεντριών/μεγάλων Σχολών (συν όλα τα άλλα που ανέφερα). Εκτός αν κάποιος έχει χόμπυ τις Ιχθυοκαλλιέργειες και γουστάρει το κλίμα στο Μεσολόγγι ας πούμε!
Το βασικό όμως πολιτικό πρόβλημα, είναι ότι κάποιοι “αριστεροί”, θεωρούν ότι υπάρχουν τερτίπια εντός συστήματος, που μέσω της εκπαίδευσης θα ακυρωθεί ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. Και μαζί του και ο απαραίτητος τεχνικός/κοινωνικός. Που υπάρχει ως αναγκαιότητα και θα υπάρχει μέχρι να φτάσουμε στην ανεπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία (που και εκεί ο τεχνικός δεν θα εξανεμιστεί) ή μέχρι να τα κάνουν τα πάντα τα ρομπότ και η ΑΙ. Ότι συμβεί πρώτο…..δηλαδή το δεύτερο (με τα μυαλά που κουβαλάμε και ως κοινωνίες και ως κίνημα και αριστερά/αναρχία/κλπ).
Είναι ΠΡΟΦΑΝΕΣ, ότι ακόμα και
αν μπορούσε με κάποιο τρόπο, κάθε 18χρονος
να μπαίνει σε ένα Πανεπιστήμιο της
αρεσκείας του, να το τελειώνει όποτε
μπορεί κλπ, το γεγονός ότι κάποια στιγμή
θα είχαμε το σύνολο του νεανικού πληθυσμού
(ας πούμε από 22-40) να είναι πτυχιούχοι
Ανωτάτων Σχολών, δεν θα άλλαζε ότι στην
κοινωνία (ακόμα?) χρειάζονται και άνθρωποι
που θα ξεβουλώσουν τον βόθρο, θα πουλήσουν
ρούχα στα μαγαζιά κλπ….όπως επίσης και
άνθρωποι που θα πρέπει να κάνουν τις
“second/basse class(e)” τεχνικές
και επιστημονικές δουλείες (και ας μην
είναι χειρονακτικές ή κοπιαστικές ή οι
λεγόμενες “short time”
όπως είναι συχνά αυτές τις εστίασης). Η
κοινωνία χρειάζεται και λογιστές και
όχι μόνο οικονομολόγους, γραμματέα και
νοσηλευτή στο νοσοκομείο και όχι μόνο
γιατρό, κλπ κλπ. Δεν θα μπω στην κουβέντα
αν κάποιες από αυτές θα τις κάνει στο
μέλλον η ΑΙ, διότι η βασική ιδέα αυτού
που λέω είναι εμφανής. Κάθε ταξική
κοινωνία, έχει φαντάρους, λοχαγούς κλπ
και όχι μόνο “αρχιστράτηγους” (μιας
και το ανέφερα….υποθέτω δεν υπάρχει
λόγος κάποιος να σπουδάσει στην Σχολή
Υπαξιωματικών και όχι σε αυτή των
Αξιωματικών αν μπορεί να επιλέξει
“ελεύθερα”, σωστά?)
Επειδή λοιπόν
ζούμε σε ΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, με καταμερισμό
εργασίας, διακρίσεις, ΑΔΙΚΙΑ όσον αφορά
την διανομή του πλούτου, την αμοιβή σε
σχέση με την κοινωνική χρησιμότητα κοκ,
η αντίληψη ότι θα υπάρχει εκπαιδευτικό
σύστημα το οποίο θα ΑΝΑΙΡΕΙ κάτι τέτοιο,
είναι ρεφορμισμός και φαντασίωση του
χειρίστου είδους. Ειδικά αν κάποιος
πιστεύει ότι αυτό θα διασφαλίζεται από
τον (ΜΗ) τρόπο εισαγωγής! Και εδώ δεν
μπορώ να μην αναφερθώ σε δύο πολιτικά
“ανέκδοτα”.
Το ένα είναι, ότι όσοι λένε
κάτι τέτοιο, συχνά το κάνουν από την
σκοπιά της ελευθερίας στην πρόσβαση
στην Γνώση. Που συχνά είναι οι ίδιοι
(είτε οι σημερινοί πολιτικοί τους
απόγονοι) που κάποτε κορόιδευαν το
“Πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στους
αγώνες” της παλιάς ΚΝΕ/Πανσπουδαστικής,
με το επιχείρημα ότι σπέρνει αυταπάτες
για τον “αστικό χαρακτήρα της
πανεπιστημιακής γνώσης/εκπαίδευσης”!
Το
άλλο είναι, ότι στον αντίποδα συχνά
εμφανίζονται θιασώτες της λογικής
“ελεύθερη πρόσβαση και μετά να γίνεται
το ξεκαθάρισμα εντός των Πανεπιστημίων”,
που παράλληλα είναι ενάντια…..στις
διαγραφές των λεγόμενων “αιωνίων
φοιτητών”! Που είναι ταξικές (ισχύει
εν μέρει). Αλλά και οι Πανελλαδικές είναι
ταξικές. Οπότε ας μπαίνουν και βλέπουμε!
Πορτοκαλάδα δεν θέτε, λεμονάδα δεν θέτε,
τι θέτε?
(Θα μπορούσα να αναφέρω και
όσους είναι εναντίων των Πανελλαδικών
και ενάντια στις διαγραφές φοιτητών
που παράλληλα αρέσκονται σε συνθηματάκια
του τύπου: “το μόνο Πανεπιστήμιο που
φωτίζει, είναι αυτό που καίγεται”...αλλά
δεν με ενδιαφέρουν και ιδιαίτερα και
πλέον αποτελούν είδος προς εξαφάνιση!)
Η
πλάκα είναι, ότι η αρχική αντίφαση που
ανέφερα, αφορά μόνο τους “αριστερούς
φιλελεύθερους” (διότι τέτοιοι είναι
και sorry). Οι
“κανονικοί” δεν αρνούνται ούτε την
ταξικότητα ούτε τον καταμερισμό της
κοινωνίας. Λένε απλά: “η αγορά θα
αποφασίσει”. Που πραγματικά, είναι και
το ΜΟΝΟ που θα συμβεί αν δημιουργηθούν
στρατιές πτυχιούχων “κάποιου είδους”.
Ή με πολλαπλά πτυχία. Το αν με το πτυχίο
του Μαθηματικού θα δουλεύεις στην ΝΑΣΑ,
σε σχολείο, θα κάνεις ιδιαίτερα ή θα
τυλίγεις σουβλάκια με αυτό (έχει
συμβεί!) θα το κανονίσει “η αγορά”. Μόνο
που η αγορά, έχει έναν νόμο που λέγεται
“προσφοράς και ζήτησης”. Το να δημιουργείς
ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ ΕΦΕΔΡΙΚΟΥΣ ΣΤΡΑΤΟΥΣ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ
που “στο μεταξύ κάνουν κάτι άλλο από
αυτό που σπούδασαν”, δεν αλλάζει τις
“κοινωνικές ανάγκες” (ούτε τις
πραγματικές, ούτε αυτές που γεννά η
ταξική φύση του συστήματος). Ή τέλος
πάντων και να το κάνει σε ένα βαθμό, αυτό
είναι δυσανάλογο με την διαθέσιμη
προσφορά. Είναι ΠΡΟΦΑΝΕΣ ότι όπου υπάρχει
υπερπληθώρα διαθέσιμων χεριών/μυαλών
που δύνανται να κάνουν κάτι “εξειδικευμένο”,
αυτό οδηγεί σε ΣΥΜΠΙΕΣΗ των αμοιβών
προς τα κάτω. Να το πούμε πιο “ξύλινα”:
Η υπερπροσφορά, ρίχνει τις τιμές πώλησης
της εργατικής δύναμης στο χ-συγκεκριμένο
αντικείμενο. Και αυτό χωρίς καν να βάλω
στην εξίσωση το ΑΙ, που “δημοκρατικοποιεί”
ένα κομμάτι των τεχνικών αντικειμένων
στο “ευρύ πόπολο”, που ήδη (συμ)πιέζει
την εξειδικευμένη εργασία.
Για
να αναλογιστεί κανείς αυτό, ας σκεφτεί
το παράδειγμα των “κομπιουτεράδων”
το 2000-2004 (προ Ολυμπιάδας στην Ελλάδα).
Είχα γνωρίσει άτομα που μου έλεγαν ότι
για να “διώχνουν δουλειές”, ζητούσαν
τρελά μεροκάματα και συχνά ο ενδιαφερόμενος
αντί να κάνει πίσω απαντούσε “έλα μου
χτες”! Σήμερα προφανώς οι γνώστες
πληροφορικής, αν και παραμένουν ένα
συγκριτικά καλύτερα αμειβόμενο
επιστημονικό επάγγελμα, σε καμία
περίπτωση δεν βρίσκονται στα ύψη του
τότε. Επίσης, η μαζικότητα (όσο και αν
σε κάποιους μοιάζει κυνικό), κάποια
στιγμή παύει σχεδόν να αποτελεί
“επαγγελματικό προσόν”. Το “απολυτήριο
Λυκείου” ας πούμε σήμερα, είναι
περισσότερο προαπαίτηση στο 90% των μη
χειρονακτικών εργασιών (και πολλών
χειρονακτικών) και όχι κάποιου τύπου
“επαγγελματικό εφόδιο”.
Και όσο και αν κάποιοι κάνουν πως δεν το καταλαβαίνουν, η ελληνική οικογένεια, δεν ξοδεύει χιλιάδες ευρώ σε φροντιστήρια πριν το Πανεπιστήμιο και άλλες τόσες μετά (ειδικά στην επαρχία)….για την χαρά της γνώσης (που καλό είναι να υπάρχει και αυτή ως κριτήριο επιλογής)! Για τον ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΤΙΤΛΟ το κάνει ΠΡΩΤΙΣΤΩΣ και ότι απορρέει από αυτόν και ως επαγγελματικό δικαίωμα και ως ένα “εργαλείο” που αυξάνει την πιθανότητα το παιδί της να ζήσει “καλύτερα”. Όποιος πιστεύει κάτι άλλο, είτε αυταπατάται είτε κοροϊδεύει. Και σε κάθε περίπτωση να τον ενημερώσω, ότι ειδικά στις θεωρητικές Σχολές, η “ΠΡΟΣΒΑΣΗ”...στις πανεπιστημιακές αίθουσες, είναι πραγματικά “ελεύθερη”. Μπορεί άνετα να πάρει το ωρολόγιο πρόγραμμα του ΦΠΨ και να παρακολουθήσει όποια “πανεπιστημιακή διάλεξη” υπάρχει και χωρίς το άγχος των εξετάσεων μετά….τι όχι?
Άρα, μια “κοινωνία πτυχιούχων
Ανωτάτης”, δεν αποτελεί “άμβλυνση των
ταξικών σχέσεων στην εργασία” αλλά το
ανάποδο. Αφενός, συμπιέζει τα μεροκάματα
των εξειδικευμένων. Από την δεκαετία
του 90, οι σκληροί φιλελέδες ανάμεσα
στους ΔΑΠίτες των σχολών, ήταν υπέρ με
τα μπούνια. Αφετέρου, έχει και άλλη μια
παράμετρο που υποτιμάται. Και αυτή είναι
η σπορά ταξικών ψευδαισθήσεων, μέσα στο
σώμα των εργαζομένων σε θέσεις “μη
πανεπιστημιακής προαπαίτησης”. Φαινόμενο
που είναι γνωστό σε αντικειμένα εργασίας
όπως η εστίαση (σέρβις, ντελίβερι κοκ)
και που αποτελεί και έναν από τους
βασικούς λόγους που δυσκολεύει και την
δημιουργία κλαδικών σωματείων βάσης,
Ομοσπονδιών κοκ. Και που είναι αντικείμενα
με πολύ χαμηλό αριθμό συνδικαλισμένων,
ακόμα και εκεί που υπάρχουν.
Είναι
αυτή η αίσθηση της “προσωρινότητας”.
Του “μόλις βρω κάτι καλύτερο θα φύγω”.
Ειδικά σε νέους με πτυχία κλπ όπου όντως
συχνά μια τέτοια εργασία αποτελεί
συμπλήρωμα, πάρεργο κοκ. Αγγίζει όμως
και εργαζόμενους που είναι σε τέτοιους
χώρους για πολλά χρόνια και εξακολουθούν
να ελπίζουν ότι “θα την κάνουν”. Όταν
υπάρχει αυτό, η αίσθηση ότι ο δίπλα σου
δεν είναι “συνάδελφος” είναι πιο
έντονη. Δεν βλέπεις τον εαυτό σου
μακροπρόθεσμα στον χώρο, άρα ούτε και
καίγεσαι για θέματα του που αφορούν
δικαιώματα, συντάξεις κλπ. Ειδικά όσα
είναι σε βάθος χρόνου. Σκεφτείτε τώρα
μια κοινωνία όπου ο κάθε “τυλιχτής”
είναι και Φυσικός ή κάτι ανάλογο.
Προφανώς, το φαινόμενο θα ενταθεί. Η
(ψευδ)αίσθηση ότι “κάπου θα χρησιμεύσει
το ρημάδι”, προφανώς και θα ενταθεί και
μαζί της η απόρριψη της συλλογικής
δράσης σε έναν χώρο που (νιώθεις ότι)
“δεν ανήκεις πραγματικά”!
Με μια κουβέντα, θα αναφερθώ
επίσης και στο “κίνημα εντός Πανεπιστημίων”.
Πιστεύει κάποιος ότι επειδή, ακόμα και
σήμερα, αποτελεί προνομιακό χώρο δράσης
και προπαγάνδας “μας”, η ελεύθερη
πρόσβαση θα του φέρει “παραπάνω
κουκ……”….εεεεε...μυαλά για ζύμωση? Ας
το ξανασκεφτεί. Ας σκεφτεί ποια λογική
ενισχύει ένα μοντέλο που οι σπουδές σου
είναι “επί ξύλου κρεμάμενες” σε όλα
τα έτη και επίπεδα? Και που και μετά την
κτήση του πτυχίου, οι “ανταγωνιστές θα
είναι χιλιάδες (περισσότεροι) σε όλο
τον εργασιακό σου βίο? Μπας και ενισχύει
το…. “κίνημα των καταλήψεων”? Ή μήπως
το “πρώτοι στα μαθήματα” ΣΚΕΤΟ?
Ας
μην κοροϊδευόμαστε. Η εμπειρία για το
τι συμβαίνει ήδη στις Σχολές (και) λόγω
εργασιακής ανασφάλειας, υπάρχει ήδη.
Απλά κάποιοι κάνουν πως δεν την
βλέπουν!
Κλείνοντας, θα πω το εξής.
Είμαι σίγουρος ότι κάποιοι θα αντιμετωπίσουν
το συγκεκριμένο κείμενο ως “κυνική
αποδοχή της ταξικής κοινωνίας/πραγματικότητας”.
Κλασσικά και “αριστερά”. Είναι γνωστό
το τρικ, του να μετατρέπουν κάποιοι, την
ανάγνωση της πραγματικότητας ως αποδοχή
της, και να το χρησιμοποιούν αυτό ως
κατηγόρια. Κανονικά, θα έπρεπε να είναι
προφανές, ότι η ταξικότητα μιας κοινωνίας,
δεν είναι απλά ένα “άθροισμα” των
επιμέρους τομέων της, όπου κάνοντας
“micromanagement” σε
κάθε έναν από αυτούς, την μετατρέπεις
σιγά σιγά σε...αταξική. Τουλάχιστον θα
έπρεπε να είναι σαφές σε όσους λένε ότι
έχουν αναφορά στον Μαρξισμό. Δεν είναι
ΚΑΘΕ κοινωνικός τομέας, μοχλός ανατροπής
της ταξικότητας της κοινωνίας. Και κάθε
έκφανση αυτού.
Η εκπαίδευση, ο τρόπος που γίνεται κλπ, είναι ΑΠΟΤΟΚΟ αυτής της ταξικότητας. Σε τέτοιους τομείς, ορθή ταξική πολιτική, είναι αυτή που προσπαθεί να ΑΜΒΛΥΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΤΑΣΗ ΤΗΣ. Και κάθε πρόταση, πρέπει να τονίζει μεν το οραματικό στοιχείο, το “αύριο”, αλλά παράλληλα δεν πρέπει να ξεχνά ότι θα εφαρμοστεί ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ. Και συχνά, αυτό που “εξυπηρετεί το Αύριο”, όχι μόνο σε εξυπηρετεί(ται) στο Σήμερα, αλλά συχνά αν εφαρμοστεί εν αγνοία των υπαρχουσών συνθηκών και περιορισμών, “ΚΑΚΟΛΟΓΕΙ” το “Αύριο”. Δημιουργεί εσφαλμένη εικόνα για αυτό, για τον οραματικό στόχο, για την εφικτότητα του κλπ. Η Αριστερά, πρέπει να προσέχει πάρα πολύ να μην “ζεύει το κάρο μπροστά από το άλογο”.
Στο ζήτημα των Πανελλαδικών
Εξετάσεων και γενικότερα την Εισαγωγή
στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν υπάρχει
μαγική “καλή” λύση, που αναιρεί την
ταξικότητα της ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΚΑΠΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ.
Διότι αυτή κάπως και κυρίως ΚΑΠΟΥ θα
γίνει. Η εργατική τάξη, δεν θα αυτοαναιρεθεί
μέσω ενός βολικού συστήματος εισαγωγής.
Ούτε θα αναιρεθεί η ικανότητα της αστικής
τάξης να δημιουργήσει την “ελίτ” που
χρειάζεται.
Αυτό που ίσως μπορεί
να αλλάξει, είναι ο ΒΑΘΜΟΣ της ταξικότητας.
Ο ΒΑΘΜΟΣ της εκμετάλλευσης. Το πόσο και
υπό ποιους όρους θα πουλιέται η εργατική
δύναμη, μέχρι κάποια στιγμή να καταφέρουμε
να πάψει να συμβαίνει. Μπορεί να αλλάξει
το ΠΟΙΟΣ θα το κρίνει και με ποιους
μηχανισμούς. Η “αγορά” μήπως? Γεια σου
Τζήμερε λεβέντη!
Δεν είναι “αποδοχή”
μιας κατάστασης, η ΠΑΡΑΔΟΧΗ της ύπαρξης
της. Και θα το εξηγήσω αυτό με ένα
τελευταίο (το ορκίζομαι!) παράδειγμα.
Ας
υποθέσουμε ότι το ταξικό κίνημα έχει
ένα αίτημα για μείωση ή εκμηδένιση του
ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής. Αυτό
αποτελεί αποδοχή του ότι “η τροφή πρέπει
να είναι εμπόρευμα”?
Ας πούμε πως
κάποιος, στην φούρια του να μειώσει και
άλλο την τιμή τους, πρότεινε μια λύση
πτώσης κόστους που στην πραγματικότητα
θα ξεκλήριζε την μικρή αγροτιά. Το να
το επισημάνει κάποιος θα ήταν αποδοχή
των εμπορευματικών καπιταλιστικών
σχέσεων? Μήπως ότι “τα διπλώνει μπροστά
στην καπιταλιστική πραγματικότητα”?
Αν ήταν αγρότης, μήπως να τον κατηγορήσουμε
ότι “κοιτάζει το καλό της τάξης του και
δεν ενδιαφέρεται για το γενικό καλό”
(ή κάποια ανάλογη μπαρούφα)?
Καταλήγοντας, λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, ένα ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΣΤΑ ΑΕΙ με ένα περιορισμένο βαθμό θεμάτων, είναι μάλλον η λιγότερο κακή, αγχωτική, ταξική κλπ επιλογή. Και να είναι παράλληλα και σχετικά αδιάβλητο και "δίκαιο" από πλευράς της αποφυγής ύπαρξης πολλών υποκεικενικών παραμέτρων που θα δημιουργούν την αίσθηση αδικίας. Προφανώς και μπορεί να ρυθμιστεί ορθότερα και η επιλογή θεμάτων και ο τρόπος εξετάσεων κλπ, αλλά η βασική ιδέα ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ, δεν μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Θεωρώ πολύ μεγαλύτερη βελτίωση του συστήματος το να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις των Σχολών οι απόψεις των Σχολών, επιστημονικών φορέων κλπ σχετικά με τους αριθμούς εισαγωγής, θέματα εξετάσεων κοκ, ώστε να μην λαμβάνονται αποφάσεις με βασικά κριτήρια να κατευνάσουν κάποια τοπική κοινωνία ή να αποπροσανατολίσουν τους γονείς.
Και αν κάποιος θέλει να κάνει βελτίωση στο σύστημα εισαγωγής, ας ξεκινήσει από κάτι (που μοιάζει) πέρα από αυτό. Από το να οικοδομεί μια κοινωνία όπου κάθε παραγωγική εργασία αμοίβεται σωστά, εκτελείται σε συνθήκες εργασιακής ασφάλειας και υγείας κλπ. Ώστε να μην αποτελεί βασικό κριτήριο των παιδιών μας το "εδώ (μόνο) είναι τα λεφτά"/"εδώ είναι ξεκούραστα" και να μπορούν πιο εύκολα να επιλέγουν πως θα συνεχίσουν την ζωή τους, είτε μέσω Πανεπιστημιακών Σπουδών είτε εκτός αυτών, με κριτήριο την προσωπική τους διάθεση, το γούστο, τις δεξιότητες τους. Για να μην αποτελεί όντως "ορόσημο" για την ζωή τους, μια στιγμή στα τρυφερά 18 τους έτη.
Διοτί έτσι, θα φύγει και από την μέση η πίεση για "να κάνω κάτι" που ως κάτι θα μεταφράζεται ένα πτυχίο. Για να μην πηδάνε τα παιδιά μας από τα μπαλκόνια από το άγχος της "αποτυχίας" πριν καν αυτή έρθει. Γιατί η εργασιακή και κοινωνική ασφάλεια, δεν πρέπει ΠΟΤΕ και για ΚΑΝΕΝΑΝ να αποτελούν αντικείμενο "εξέτασης" όποιου είδους!
Υ.Γ. (επίτηδες). Όταν γραφόταν αυτό το κείμενο, είχαν μόλις δημοσιευτεί οι θέσεις Τσίπρα (sorry: της ΕΛ.ΑΣ.) για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ξέφυγε από την προσοχή μου. Νομίζω όμως, ότι ξέφυγε από την προσοχή πολλών, ότι το μόνο ζήτημα (με την κακή έννοια) των θέσεων αυτών, δεν είναι μόνο εκεί που (σωστά) έγινε ντόρος, σχετικά με τα ιδιωτικά ΑΕΙ. Πολλά εξ αυτών που ειπώθηκαν και για το Λύκειο και για το Πανεπιστήμιο, τέμνονται με όσα γράφω ….και δεν το εννοώ με την καλή έννοια. Επειδή όμως το κείμενο θα γινόταν τερατώδες και επειδή οι πρώτες θέσεις της ΕΛ.ΑΣ. ψάρευαν στα θολά νερά (γιατί άραγε! Δεν το συνηθίζει ο Αλέξης!) και θέλουν αποσαφήνιση, θα του(ς) δώσω το τράτο της αμφιβολίας μέχρι να γίνουν πιο ξεκάθαρες (ή μέχρι να γίνουν κυβέρνηση….λέμε τώρα)!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου